διαρμόζω

διαρμόζω
μετ. уст.
1) связывать, соединить; 2) улаживать, регулировать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "διαρμόζω" в других словарях:

  • διαρμόζω — (Α διαρμόζω και διαρμόττω) συναρμόζω πράγματα μεταξύ τους αρχ. διαμοιράζω σε διάφορα μέρη …   Dictionary of Greek

  • διηρμοσμένα — διαρμόζω distribute in various places perf part mp neut nom/voc/acc pl (attic epic doric ionic aeolic) διηρμοσμένᾱ , διαρμόζω distribute in various places perf part mp fem nom/voc/acc dual (attic epic doric ionic aeolic) διηρμοσμένᾱ , διαρμόζω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρμόζει — διαρμόζω distribute in various places pres ind mp 2nd sg διαρμόζω distribute in various places pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρμόσαι — διαρμόζω distribute in various places aor inf act διαρμόσαῑ , διαρμόζω distribute in various places aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηρμοσμένον — διαρμόζω distribute in various places perf part mp masc acc sg (attic epic doric ionic aeolic) διαρμόζω distribute in various places perf part mp neut nom/voc/acc sg (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηρμοσμένων — διαρμόζω distribute in various places perf part mp fem gen pl (attic epic doric ionic aeolic) διαρμόζω distribute in various places perf part mp masc/neut gen pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρμοσάμενοι — διαρμόζω distribute in various places aor part mid masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρμοσάμενος — διαρμόζω distribute in various places aor part mid masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρμόζεται — διαρμόζω distribute in various places pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρμόσασθαι — διαρμόζω distribute in various places aor inf mid …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηρμοσμένη — διαρμόζω distribute in various places perf part mp fem nom/voc sg (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»